Κολοβή ποικιλία ελιάς

Η κολοβή, βαλανολιά ή μυτιληνιά ελιά όπως συνηθίζουν να την αποκαλούν, είναι η πιο συνηθισμένη ποικιλία ελιάς της Λέσβου σε ποσοστό περίπου 70%. Τη βρίσκουμε κυρίως στα νότια και ανατολικά του νησιού, ενώ δεν ευδοκιμεί σε μεγάλο υψόμετρο. Παρουσιάζει μέτριες απαιτήσεις σε έδαφος και καλλιεργητικές περιποιήσεις. Εφόσον όμως βοηθήσουν οι συνθήκες, μπορεί να δώσει αρκετά υψηλές αποδόσεις. Θεωρείται μία από τις καλύτερες ελαιοποιήσιμες ποικιλίες τόσο από πλευράς παραγωγικότητας, όσο και από πλευράς ποιότητας. Είναι όψιμης ωρίμανσης (η πλήρης ωρίμανση πραγματοποιείται Φεβρουάριο-Μάρτιο), αλλά η συλλογή της αρχίζει από νωρίς (κατά το Νοέμβριο). Το δέντρο δεν αναπτύσσεται πολύ, έχει ακανόνιστη κόμη και μεγάλα, σκληρά και σχετικά πλατιά φύλλα.

Ο αρχικά πράσινος καρπός όταν ωριμάσει μετατρέπεται σε σκούρο μαυροκόκκινο, είναι μικρού έως μεσαίου μεγέθους, με λεπτό φλοιό και σχήμα ωοειδές ή σφαιρικό και κύριο χαρακτηριστικό την κοίλη απόληξη και την απουσία θηλής ή ακίδας. Έτσι, οι κολοβές ελιές μοιάζουν με βελανίδια, με αποτέλεσμα να αποκαλούνται από τους ντόπιους και ως βαλανολιές. Το μέσο βάρος καρπού είναι 3-4,5 γρ. Και η ελαιοπεριεκτικότητά του είναι γύρω στο 25%. Επίσης χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης ποικιλίας είναι η μεγάλη χρονική περίοδος της άνθησης (περίπου 3-4 εβδομάδες), γεγονός το οποίο, σε ευνοικές συνθήκες, εξασφαλίζει τη γονιμοποιήση μεγάλου ποσοστού ανθέων. Είναι διπλής χρήσης και εκτός από την παραγωγή λαδιού που θεωρείται μία από τις καλύτερες ποικιλίες, χρησιμοποιείται και για την παραγωγή επιτραπέζιας ελιάς.

Η κολοβή ποικιλία ελιάς παράγει λάδι εξαιρετικής ποιότητας με έντονο άρωμα και απαλή φρουτώδη γεύση αγκινάρας και χαμομηλιού, μια μέτρια πικράδα καρυδιού και μια μέτρια προς έντονη πικάτικη νότα πράσινου πιπεριού.

Πλατφόρμα Διαχείρισης Συναίνεσης από το Real Cookie Banner